θεοσκότεινος

θεοσκότεινος
η , ο
1) совершенно тёмный, неосвещённый; 2) перен. тёмный, невежественный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "θεοσκότεινος" в других словарях:

  • θεοσκότεινος — η, ο 1. ο εντελώς σκοτεινός 2. (για πρόσ.) ο αμαθής, ο εντελώς αγράμματος …   Dictionary of Greek

  • θεοσκότεινος — η, ο πολύ σκοτεινός: Θεοσκότεινο δωμάτιο. – Θεοσκότεινη νύχτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θεο- — (AM θεο ) πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων τής ελληνικής που έχουν την έννοια ότι αυτό που δηλώνεται από το δεύτερο συνθετικό γίνεται από τον θεό (ή τους θεούς) ή για χάρη τού θεού ή έχει ως αντικείμενο τον θεό («θεόδμητος», «θεοσεβής», «θεόφρων»)… …   Dictionary of Greek

  • κατασκότεινος — η, ο εντελώς σκοτεινός, θεοσκότεινος. επίρρ... κατασκότεινα θεοσκότεινα …   Dictionary of Greek

  • ολοσκότεινος — η, ο ο εντελώς σκοτεινός, θεοσκότεινος …   Dictionary of Greek

  • πάνζοφος — ον, Α πολύ ζοφερός, θεοσκότεινος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + ζόφος «σκοτάδι» (πρβλ. μελάν ζοφος)] …   Dictionary of Greek

  • ταρτάρειος — α, ο / ταρτάρειος, εῑα, ον, ΝΜΑ, και ταρτάριος, ία, ον, ΜΑ, και ταρτάρεος, έα, ον, Α [Τάρταρος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον Τάρταρο 2. (κατ επέκτ.) θεοσκότεινος, ζοφερός, τρομερός μσν. ως κύριο όν. Ταρτάριος και Ταρτάρειος (κατά τον… …   Dictionary of Greek

  • ταρταρικός — ή, όν, Μ [Τάρταρος] (κυρίως για τη νύχτα) πάρα πολύ σκοτεινός, θεοσκότεινος …   Dictionary of Greek

  • τρίσκοτος — η, ο, Ν πολύ σκοτεινός, θεοσκότεινος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. τρι * + σκότος] …   Dictionary of Greek

  • τρισκότεινος — η, ο, Ν πάρα πολύ σκοτεινός, θεοσκότεινος («σα νυχτοφωσφόρισμα τρισκότεινου πελάγου», Παλαμ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. τρι * + σκοτεινός] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»